Μεσσηνία

Ιστορική γεωγραφική περιοχή και νομός (2.991 τ. χλμ., 176.876 κάτ.) της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, που υπάγεται στην περιφέρεια Πελοποννήσου. Συνορεύει Β με τον νομό Ηλείας, Α με τους νομούς Αρκαδίας και Λακωνίας, ενώ στα Δ, στα Ν και κατά ένα τμήμα στα Α βρέχεται από το Ιόνιο πέλαγος και από τον Μεσσηνιακό κόλπο. Πρωτεύουσα του νομού είναι η Καλαμάτα. Διοικητική διαίρεση. Ο νομός Μ. περιλάμβανε με την προηγούμενη διοικητική διαίρεση τις επαρχίες Καλαμών, Μεσσήνης, Πυλίας και Τριφυλίας. Μετά τη διοικητική ανασυγκρότηση που εισήγαγε το σχέδιο Καποδίστριας και την κατάργηση των επαρχιών χωρίζεται σε 29 δήμους (Καλαμάτας, Αβίας, Αετού, Αιπείας, Ανδανίας, Ανδρούσας, Άριος, Αρφαρών, Αυλώνα, Βουφράδων, Γαργαλιάνων, Δωρίου, Είρας, Θουρίας, Ιθώμης, Κορώνης, Κυπαρισσίας, Λεύκτρου, Μεθώνης, Μελιγαλά, Μεσσήνης, Νέστορος, Οιχαλίας, Παπαφλέσσα, Πεταλιδίου, Πύλου και Χιλιοχωρίων) και 2 κοινότητες (Τρικόρφου και Τριπύλας). Μορφολογία, υδρογραφία, κλίμα. Το ανατολικό τμήμα της Μ. κυριαρχείται από τον ορεινό όγκο του Ταΰγετου, ο οποίος τη χωρίζει από τη Λακωνία. Οι υψηλότερες κορυφές του (Προφήτης Ηλίας 2.407 μ., Νεραϊδοβούνα 2.025 μ., Ξεροβούνα 1.852 μ.) βρίσκονται ακριβώς στα όρια των δύο νομών. Στα Β η ορεινή αλυσίδα συνεχίζεται με χαμηλότερες κορυφές, όπως το Ξεροβούνι (1.521 μ.) στα σύνορα με την Αρκαδία, τα Βρωμοβρυσαίικα βουνά (1.120 μ.) και ο Προφήτης Ηλίας (1.389 μ.) πάλι στα σύνορα με την Αρκαδία. Στο βορειοανατολικό άκρο του ο νομός Μ. περικλείεται από το όρος Λύκαιο (1.421 μ.), ενώ νοτιότερα εκτείνεται, με κατεύθυνση A-Δ, το Τετράζιον ή Νόμια (1.389 μ.). Στο δυτικό τμήμα του νομού υψώνονται τα χαμηλά όρη της Κυπαρισσίας (Αγία Βαρβάρα, 1.218 μ.), οι χαμηλότερες προεκτάσεις των οποίων προσεγγίζουν το νοτιότατο ακρωτήριο Ακρίτας. Στο κέντρο του νομού, μεταξύ του βόρειου τμήματος της οροσειράς του Ταΰγετου, του Τετραζίου και των ορέων της Κυπαρισσίας σχηματίζεται η εύφορη πεδιάδα της Μεσσηνίας, ενώ μικρότερες πεδιάδες σχηματίζονται στις ακτές του Ιονίου, στις περιοχές Κυπαρισσίας, Φιλιατρών, Γαργαλιάνων, Πύλου, Μεθώνης κλπ. Η πεδινή Μ. διαθέτει άφθονα νερά, επιφανειακά και υπόγεια, γεγονός που ερμηνεύει τη διάσχιση της μεγάλης πεδιάδας από πολλά ποτάμια, μικρά συνήθως, τα οποία ρέουν όλο το έτος. Το μεγαλύτερο όλων είναι ο Πάμισος, ο οποίος πηγάζει από τις δυτικές πλαγιές του Ταΰγετου, συλλέγει τα νερά των ορέων της Κυπαρισσίας, αποχετεύει τη μεσσηνιακή πεδιάδα και εκβάλλει στον Μεσσηνιακό κόλπο, μεταξύ Καλαμάτας και Μεσσήνης· η περιοχή των εκβολών του είναι βαλτώδης. Στα βόρεια σύνορα του νομού ρέει ο Νέδας, ο οποίος πηγάζει μεταξύ Τετραζίου και Λυκαίου, καθορίζει τα όρια της Μ. με τον νομό Ηλείας και εκβάλλει στον κόλπο της Κυπαρισσίας. Στον όρμο του Πεταλιδίου, στον Μεσσηνιακό κόλπο, εκβάλλει ο Βέλικας, που πηγάζει από τα βουνά της Κυπαρισσίας, ενώ στην παραλία της Καλαμάτας εκβάλλει ο ορμητικός και χειμαρρώδης Νέδων ή Ποτάμι της Καλαμάτας, που πηγάζει από την ορεινή Αλαγονία. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ακτογραμμής της Μ. είναι ο βαθύς μεσσηνιακός κόλπος, που σχηματίζεται μεταξύ της Μεσσηνιακής χερσονήσου στα Δ και της χερσονήσου της Μάνης στα Α. Βραχώδης και ελαφρά διαμελισμένη η ανατολική ακτή του, στο τμήμα που ανήκει στον νομό Μεσσηνίας (νοτιότερα, στο τμήμα που ανήκει στον νομό Λακωνίας, η ακτή είναι χαμηλή, με πολλούς όρμους: Λιμενίου, Διρού, Σπάθαρι, Λαγκαδάκι, Μεζάπου) σχηματίζει τους όρμους της Καρδαμύλης και των Κιτριών και βορειότερα του Αλμυρού, από τον οποίο αρχίζει ο μυχός, προσχωσιγενής και βαλτώδης, αποτέλεσμα της δράσης του Πάμισου ποταμού. Στον μυχό του κόλπου τοποθετείται και η Καλαμάτα. Στο δυτικό άκρο του μυχού βρίσκεται ο όρμος του Πεταλιδιού, μετά τον οποίο η ακτή συνεχίζεται στα Ν, χαμηλή και αλίμενη, σχηματίζει το ακρωτήριο της Κορώνης και φθάνει στο νοτιότερο σημείο, στο ακρωτήριο Ακρίτας. Μετά τον Ακρίτα η ακτή, στο Ιόνιο πια, παρουσιάζει έντονο διαμελισμό μέχρι τη Μεθώνη, ενώ όχι μακριά της βρίσκονται τα νησάκια Βενέτικο, απέναντι από τον Ακρίτα, Σχίζα, Αγία Μαριανή και Σαπιέντζα· ανάμεσα στη Σαπιέντζα και στην απέναντι ακτή σχηματίζεται το στενό της Μεθώνης. Βορειότερα σχηματίζεται ο ιστορικός όρμος του Ναβαρίνου, με τη στενόμακρη νησίδα Σφακτηρία, η λιμνοθάλασσα Διβάρι και μετά η ακτή συνεχίζεται στα Β, χαμηλή και αλίμενη, με το νησάκι Πρώτη απέναντι από την ακτή των Γαργαλιάνων, για να καταλήξει στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Η περιοχή της Μ. παρουσιάζει ιδιόμορφες καιρικές και κλιματολογικές συνθήκες. Όσον αφορά την ατμοσφαιρική θερμοκρασία, οι ανώτατες ετήσιες τιμές κυμαίνονται μεταξύ 180 C – 210 C και σημειώνονται στην πεδινή περιοχή που εκτείνεται Β του Μεσσηνιακού κόλπου, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσσήνης. Η δυτική παράκτια λουρίδα και τα παράκτια τμήματα στα Δ του Μεσσηνιακού κόλπου παρουσιάζουν θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 180 C, ενώ στο εσωτερικό αυτής της περιοχής οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 160 C και 200 C. Στα ορεινά και, όπου δεν ασκείται η επίδραση της θάλασσας, οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες δεν υπερβαίνουν τους 160 C. Κατά τον χειμώνα, η γειτνίαση με τη θάλασσα και οισχετικά θερμοί και υγροί άνεμοι του νοτίου και νοτιοδυτικού τομέα διατηρούν τις θερμοκρασίες σε υψηλά επίπεδα, γι’ αυτό και ευδοκιμούν στην περιοχή τα όψιμα, υπερόψιμα, πρώιμα και υπερπρώιμα οπωροκηπευτικά και τροπικά ή υποτροπικά φυτά, όπως η μπανανιά κ.ά. Το καλοκαίρι οι μεγαλύτερες θερμοκρασίες σημειώνονται κυρίως στην πεδινή περιοχή που βρίσκεται Β του Μεσσηνιακού κόλπου έως το Διαβολίτσι, ενώ οι θερμοκρασίες στα Α και Δ αυτής της περιοχής παρουσιάζουν μείωση. Στο δυτικό παράκτιο τμήμα το καλοκαίρι είναι δροσερό, εξαιτίας των μελτεμιών και της αύρας που προέρχονται από τη θάλασσα. Το ετήσιο θερμομετρικό εύρος κυμαίνεται περίπου μεταξύ 130 C και 190 C, δηλαδή η Μ. παρουσιάζει εύκρατο κλίμα. Ο παγετός στις παράκτιες περιοχές εκδηλώνεται σπανιότατα (παρατηρείται από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο), ενώ στο εσωτερικό και στα τμήματα με μεγάλο υψόμετρο παρουσιάζεται συχνότερα. Η σχετική υγρασία του αέρα σημειώνει τις μεγαλύτερες τιμές της στις παράκτιες περιοχές και ελαττώνεται όσο προχωρούμε στο εσωτερικό και στα ορεινά. Οι υγρότεροι μήνες είναι ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος, με μέση τιμή που υπερβαίνει τους 80 βαθμούς της υγρομετρικής κλίμακας, ενώ ξηρότεροι είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, με εξαίρεση τις παράκτιες περιοχές, όπου οι μέσες τιμές τους υπερβαίνουν τους 60, συχνά και τους 70 βαθμούς (για παράδειγμα στη Μεθώνη)· προκύπτει δηλαδή ότι οι παράκτιες περιοχές έχουν πολύ υγρό κλίμα, όχι μόνο τον χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι. Η νέφωση στο μεγαλύτερο τμήμα της Μ. είναι σχετικά μικρή, με μέγιστο τον Ιανουάριο ή τον Δεκέμβριο και ελάχιστο τον Αύγουστο ή Ιούλιο. Ο ετήσιος αριθμός αίθριων ημερών υπερβαίνει τις 120 και 140 ημέρες αντίστοιχα, ενώ των νεφοσκεπών είναι κατώτερος και του 50. Αντίθετα παρατηρείται σημαντικός αριθμός βροχοπτώσεων, με μέσο ετήσιο ύψος βροχών μεταξύ 800 και 1.500 χιλιοστών. Ειδικότερα για το φαινόμενο της βροχή πρέπει να επισημανθεί ότι αυξάνεται από τις παράκτιες περιοχές του Ιονίου προς το ορεινό κεντρικό συγκρότημα (όπου το ετήσιο ύψος υπερβαίνει τα 1.200 χιλιοστά), ελαττώνεται προς τη μεσσηνιακή πεδιάδα και αυξάνεται απότομα στις δυτικές πλαγιές του Ταΰγετου, στα ψηλότερα τμήματα του οποίου πλησιάζει τα 1.500 χιλιοστά. Η ετήσια πορεία της βροχής διαγράφεται απλά στους παράκτιους τόπους, με μέγιστο τον Δεκέμβριο και ελάχιστο κατά τον Ιούλιο, ενώ στις εσωτερικές περιοχές γίνεται διπλή, με δευτερεύον μέγιστο τον μήνα Μάιο, γεγονός που οφείλεται στις θερμικές καταιγίδες. Το χιόνι είναι μάλλον σπάνιο στα πεδινά και ημιορεινά και εκδηλώνεται κυρίως από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο. Το πιο πρώιμο χιόνι σημειώθηκε στην Καλαμάτα στις 18 Νοεμβρίου 1913 και το πιο όψιμο στην Κυπαρισσία στις 28 Μαρτίου 1931. Οι άνεμοι στα δυτικά παράκτια τμήματα της Μ. παρουσιάζουν, κατά τον Ιανουάριο, σχετικά μικρές εντάσεις, εκτός της περιοχής της Μεθώνης, όπου παρατηρείται αύξηση της συχνότητας των ισχυρών ανέμων. Στα εσωτερικά διαμερίσματα εμφανίζονται συχνότερα οι άνεμοι του βόρειου και βορειοανατολικού τομέα με σχετικά μικρές εντάσεις. Κατά τον Ιούλιο, στην περιοχή της Κυπαρισσίας, είναι συχνότεροι οι νότιοι και οι νοτιοδυτικοί άνεμοι (θαλάσσιες αύρες) μικρής μάλλον έντασης. Ανθρωπογεωγραφία και οικονομική γεωγραφία. Ο νομός Μ. είναι ο τέταρτος σε έκταση νομός της Πελοποννήσου, μετά τους νομούς Αρκαδίας, Λακωνίας και Αχαΐας. Η περιοχή της Καλαμάτας, η οποία είναι το σημαντικότερο λιμάνι της Πελοποννήσου, μετά την Πάτρα, παρουσίαζε παλαιότερα αξιόλογη βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα, αφού συνιστούσε το κύριο εξαγωγικό και εισαγωγικό λιμάνι της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου. Η ανάπτυξη, όμως, των οδικών συγκοινωνιών εξασθένισε τη σημασία της και παρατηρήθηκε το φαινόμενο της συγκέντρωσης της βιομηχανικής δραστηριότητας σε περιοχές κοντινές προς την περιφέρεια Πρωτευούσης (Ανατολική Στερεά Ελλάδα και Εύβοια και βορειοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου). Η βιομηχανία πάντως παραμένει σημαντικός κλάδος για την οικονομία της Μεσσηνίας, σε σύγκριση με πολλές άλλες περιοχές της χώρας, αλλά πρωτεύουσα θέση στην οικονομία του τόπου καταλαμβάνει ο αγροτικός τομέας. Τα κύρια αγροτικά προϊόντα του νομού Μ. είναι το ελαιόλαδο, οι βρώσιμες ελιές, η κορινθιακή σταφίδα, τα σύκα, τα εσπεριδοειδή και τα κηπευτικά. Μετά το 1960 άρχισε να επεκτείνεται στον νομό Μ. η καλλιέργεια πρώιμων κηπευτικών σε θερμοκήπια, η οποία με την πάροδο των δεκαετιών έφθασε να καταλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα της παραγωγής. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 παρατηρήθηκε στη Μ. μια αξιόλογη ανάπτυξη των μεθόδων της βιολογικής καλλιέργειας και κτηνοτροφίας, με εμφανείς τάσεις επέκτασης. Παράλληλα με την αγροτική ανάπτυξη και σε απόλυτη αρμονία με την κλασική εκδοχή του τουρισμού αναπτύσσεται ο αγροτουρισμός, σε παράκτιες και ορεινές περιοχές της Μ., συμβάλλοντας με τη σειρά του στην οικονομική άνθιση της περιοχής και στη συγκράτηση του φαινομένου της εσωτερικής μετανάστευσης. Ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία. Η εύφορη γη της Μ. κατοικήθηκε σε όλη τη διάρκεια της προϊστορικής εποχής. Οι νεολιθικές θέσεις, που έχουν πιστοποιηθεί μέχρι σήμερα από την αρχαιολογική έρευνα, βρίσκονται κυρίως στα δυτικά διαμερίσματα της μεσσηνιακής χώρας, στις περιοχές της Τριφυλίας (Χώρα, Επάνω Εγκλιανός, Μάλθη) και της Πυλίας (Χανδρινού και Κορυφάσιο). Σημαντικότερη από αυτές τις θέσεις είναι η Μάλθη, κοντά στο χωριό Βασιλικό, όπου στην κορυφή ενός λόφου εκτείνεται νεολιθική ακρόπολη, σε καίριο σημείο, στη μέση της οδικής επικοινωνίας του μεσσηνιακού κάμπου με τις ακτές της Κυπαρισσίας και της Αρκαδίας, καθώς και με την παραλία του Μεσσηνιακού κόλπου. Η πρωτοελλαδική περίοδος εκπροσωπείται στη Μ. στις θέσεις Κορυφάσιο, Επάνω Εγκλιανό, Μάλθη, Καλαμάτα, Θουρία, Ταβέρνα, ενώ ενδείξεις της μεσοελλαδικής έχουν εντοπιστεί στη Μάλθη, στην Κυπαρισσία, στο Κορυφάσιο, στον Επάνω Εγκλιανό, στον Παππούλια και στην Τραγάνα. Στην περιοχή της Καλαμάτας, Ακοβίτικα, οι ανασκαφές αποκάλυψαν ένα εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα της πρωτοελλαδικής περιόδου, καθώς και ένα μεγάλου σχήματος μεγαρόσχημο οικοδόμημα, η χρήση του οποίου φαίνεται πως επεκτάθηκε και κατά τη μεσοελλαδική περίοδο. Κατά την τελευταία φάση της εποχής του χαλκού, την υστεροελλαδική ή μυκηναϊκή, η Μ. είναι πυκνοκατοικημένη όσο καμιά άλλη περιοχή της Πελοποννήσου. Σε περίπου πενήντα τοποθεσίες έχουν επισημανθεί από την αρχαιολογική έρευνα οικοδομικά λείψανα, πλούσιοι σε κτερίσματα θολωτοί ή λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι και αντιπροσωπευτικά δείγματα κεραμικής (αγγεία και όστρακα). Τα σημαντικότερα μυκηναϊκά νεκροταφεία ή συστάδες θολωτών και θαλαμοειδών τάφων έχουν ανακαλυφθεί στις θέσεις Βολιμίδια Χώρας, Κουκουνάρα, Χαροκοπιό, Βίγλα, Κορυφάσιο, Ριζόμυλος, Σωτηριάνικα, Μπεϋλέρμπεη, Οσμάναγα, Παππούλια, Τραγάνα, Μυρσινοχώρι, Επάνω Εγκλιανός, Άγιος Ηλίας, Θουρία, Μουριατάδα, Μύρο, Μάλθη, Κοπανάκι και Γκλιάτα. Στις περισσότερες από τις πενήντα μυκηναϊκές θέσεις που έχουν επισημανθεί στη Μ. ανακαλύφθηκαν λείψανα οικοδομικών εγκαταστάσεων και συνοικισμών, όπως και ανακτορικές εγκαταστάσεις στις θέσεις Ίκλαινα, Κουκουνάρα, Ριζόμυλος, Καρποφόρα, Μουριατάδα κ.α. Το μεγαλύτερο σε έκταση και σημασία μυκηναϊκό κέντρο στη M., ανάκτορο, πόλη και τάφοι, βρίσκεται στον Επάνω Εγκλιανό, έδρα των Μυκηναίων βασιλέων της Πύλου. Ο ρόλος που διαδραμάτισε η βασιλική οικογένεια των Νηλειδών στη Μ., αλλά και μόνη η προσωπικότητα του Νέστορα επισημάνθηκαν με ιδιαίτερη έμφαση στα ομηρικά έπη. Στα τέλη του 13ου αι. π.Χ. και στη διάρκεια του 12oυ η κάθοδος των Δωριέων κατέστρεψε και εξαφάνισε τα μυκηναϊκά κέντρα, ενώ το ανάκτορο του Νέστορα πυρπολήθηκε και εγκαταλείφθηκε οριστικά. Οι ηγέτες των Δωριέων, οι αδελφοί Τήμενος, Κρεσφόντης και Αριστόδημος, επιτέθηκαν αρχικά εναντίον του Άργους και στη συνέχεια προσέγγισαν τις μεσσηνιακές ακτές, αποσπώντας από τους απόγονους του Νηλέα την εύφορη χώρα. Ως επόμενος κυβερνήτης της Μ. ορίστηκε ο Κρεσφόντης, ευνοημένος από την κλήρωση που διεξήχθη μεταξύ των τριών αδελφών. Οι Δωριείς εγκαθίδρυσαν στη Μ. νέο καθεστώς, στο οποίο μετείχαν ισόνομα και οι Αχαιοί, γεγονός που επιβεβαιώνει κάποια ειρηνική συνύπαρξη Αχαιών και Δωριέων. Τον 8o αι. π.Χ. ξεκίνησε η δυσκολότερη περιπέτεια του λαού της Μ., εξαιτίας της επεκτατικής πολιτικής της Λακωνίας, η οποία επεδίωκε να κατακτήσει την εύφορη μεσσηνιακή γη. Επακολούθησαν τρεις μεγάλοι πόλεμοι, οι Μεσσηνιακοί, σταθμοί στην ελληνική ιστορία, οι οποίοι οδήγησαν στην υποδούλωση της Μεσσηνίας στη Σπάρτη και στην εξαφάνιση κάθε στοιχείου προόδου και πολιτισμού. Με τη λήξη του τρίτου Μεσσηνιακού πολέμου (454 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες κυριάρχησαν στην περιοχή έως το 369 π.Χ., οπότε ο Θηβαίος Επαμεινώνδας ελευθέρωσε τη Μ. και έχτισε στις υπώρειες της Ιθώμης την πρωτεύουσα της ανεξάρτητης πλέον χώρας, τη Μ., η οποία αποτέλεσε ισχυρό πολιτικό κέντρο. Το 335 π.Χ., ύστερα από μια σύντομη περίοδο διαφορών μεταξύ της νέας πόλης και της Σπάρτης, η τελευταία αναγνώρισε την αυτοτέλεια των Μεσσήνιων. Η επόμενη λεηλασία της Μ. πραγματοποιήθηκε (214 π.Χ.) από τον Δημήτριο Φάριο, στρατηγό του Φίλιππου E’ και σύμμαχο των Αχαιών, εξαιτίας της πολιτικής που εφήρμοσε στη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Αιτωλικής και Αχαϊκής Συμπολιτείας. Η πολιτική της Μ. ήταν φιλικά προσκείμενη στην αιτωλική πλευρά έως τον πόλεμο του Αντίοχου εναντίον της Ρώμης (192-189 π.Χ.). Τότε, παράλληλα με την παρακμή των Αιτωλών, οι Μεσσήνιοι επεδίωξαν τη μεσολάβηση του Ρωμαίου Φλαμινίνου στον αγώνα τους εναντίον των Αχαιών, οπότε η Μ. αναγκάστηκε να συμπαραταχθεί με την Αχαϊκή Συμπολιτεία, γεγονός που προκάλεσε την ένωση της Πελοποννήσου σε μια ομόσπονδη πολιτεία, παρά την αντίθετη γνώμη της ολιγαρχικής μερίδας. Οι αντιτιθέμενοι ολιγαρχικοί δεν άργησαν να επαναστατήσουν (184 π.Χ.) υπό την καθοδήγηση του Δεινοκράτη, ενώ μετά τον θάνατο του στρατηγού της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμενος, η Μεσσήνη παραδόθηκε άνευ όρων στον στρατηγό των ομόσπονδων Αχαιών Λυκόρτα (183 π.Χ.). Η πτώση της Μεσσήνης επέφερε τον διαχωρισμό από την πρωτεύουσα των δήμων Αβίας, Θουρίας και Φαρών, οι οποίοι συμμετείχαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία ως αυτοτελείς επαρχίες. Από αυτή τη χρονική στιγμή η Μ. ακολούθησε τις τύχες της υπόλοιπης Πελοποννήσου, κατάσταση που ίσχυσε τόσο στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας όσο και στο μεγαλύτερο τμήμα των βυζαντινών χρόνων. Το 1205 ο Βιλεαρδουίνος προσορμίστηκε στη Μεθώνη, οπότε η Μ. περιλήφθηκε στο πριγκιπάτο της Αχαΐας, με εξαίρεση τις πόλεις Μεθώνη και Κορώνη, οι οποίες από το 1245 αποτέλεσαν βενετικές κτήσεις. Το 1264 επαναστατική απόπειρα των Ελλήνων, με τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, για την απελευθέρωση της χώρας απέτυχε και οι στρατηγοί Αλέξιος Φιλής, Αλέξιος Καβαλάριος και Μακρινός συνελήφθησαν και αιχμαλωτίστηκαν. Στα τέλη του 14ου αι. ξεκίνησε η βαθμιαία κατάκτηση των περιοχών και των πόλεων της Μ. από τους Τούρκους, η οποία ολοκληρώθηκε το 1498. Οι τρεις δεκαετίες (1688-1715) που ακολούθησαν στιγματίστηκαν από την κατοχή του Μοροζίνι. Μεγάλες καταστροφές υπέστη η Μ. και από τους Τουρκαλβανούς, μετά το ανεπιτυχές επαναστατικό κίνημα του 1769-70, οπότε είχε καταπλεύσει στην Κορώνη ο Ορλόφ με μοίρα του ρωσικού στόλου. Στις 23 Μαρτίου 1821 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, με Μανιάτες και Μεσσήνιους, κήρυξε στην Καλαμάτα την έναρξη της επανάστασης εναντίον των Τούρκων και σύντομα οι Έλληνες ελευθέρωσαν ολόκληρη τη Μ. εκτός από τα φρούρια της Μεθώνης και της Κορώνης, τα οποία παρέμειναν στην τουρκική κατοχή. Τον Φεβρουάριο του 1825 αποβιβάσθηκε στη Μεθώνη ο Ιμπραήμ, ο οποίος, μετά την ήττα των Ελλήνων στο χωριό Κρεμμύδια, κυρίευσε τα φρούρια της Πύλου, παλιό και νέο Ναβαρίνο προελαύνοντας στις πόλεις Μεσσήνη (Νησί) και Καλαμάτα. Στη συνέχεια ο Ιμπραήμ, αφού κατέβαλε την αντίσταση των Ελλήνων υπό την αρχηγία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, επιβλήθηκε ολοκληρωτικά στην περιοχή. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 διεξήχθη στον όρμο του Ναβαρίνου η περίφημη ναυμαχία μεταξύ του τουρκό-αιγυπτιακού στόλου και των στόλων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας, η διενέργεια της οποίας συνέβαλλε αποφασιστικά στην επίτευξη της ελληνικής ανεξαρτησίας (βλ.λ. Ναβαρίνο). Τέλος, το 1828, αποβιβάστηκε στη θέση Πεταλίδι γαλλικός στρατός, υπό την αρχηγία του στρατάρχη Μεζόν, ο οποίος καταδίωξε με επιτυχία τον Ιμπραήμ και τους Τούρκους τόσο από τη Μ. όσο και από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η Μεταμόρφωση, ναός του 14ου αι., στον μεσσηνιακό οικισμό Νομιτσής. Ο πύργος του Χρηστέα στον Άγιο Δημήτριο της μεσσηνιακής Μάνης. Ο ιστορικός ναός των Αγίων Αποστόλων της Καλαμάτας, στον οποίο ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης κήρυξε την έναρξη της Επανάστασης του 1821. Μυκηναϊκός θολωτός τάφος, κοντά στο ανάκτορο του Νέστορα. Η έδρα των βασιλιάδων της Πύλου υπήρξε το σημαντικότερο μυκηναϊκό κέντρο της Μεσσηνίας. Η βόρεια πύλη του τείχους της αρχαίας Μεσσήνης. Λείψανα κτιριακού συγκροτήματος που ανακαλύφθηκε στα Ακοβίτικα της Καλαμάτας. Μεσσηνιακό ορεινό τοπίο. Μερική άποψη της Καρδαμύλης, στα ανατολικά παράλια του Μεσσηνιακού κόλπου. Ο αγροτικός τομέας κατέχει πρωτεύουσα θέση στην οικονομία της Μεσσηνίας. Στη φωτογραφία, καλλιέργεια λαχανικών κοντά στο μικρό ποτάμι Άρης. Μερική άποψη του παράλιου οικισμού Φιλιατρά της Μεσσηνίας. Μερική άποψη της Κυπαρισσίας, γραφικής κωμόπολης της Μεσσηνίας. Άποψη της πόλης της Καλαμάτας (φωτ. Όθωνα Τσουνάκο).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.